Η σχέση ενός ζευγαριού μπορεί κατά καιρούς να περάσει κρίση, εξαιτίας διαφόρων εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων. Ως εξωτερικοί παράγοντες, μπορούν να θεωρηθούν το στρες, τα οικονομικά προβλήματα, μια αρρώστια, ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον, ένα τρίτο πρόσωπο. Αντίστοιχα, ως εσωτερικοί παράγοντες θεωρούνται οι διαφορετικές ανάγκες, προτεραιότητες και επιθυμίες των δυο συντρόφων (οι οποίες μεταβάλλονται με τα χρόνια), ο διαφορετικός βαθμός εξέλιξης και ωρίμανσης του καθενός, τα δυσλειτουργικά μοτίβα συσχέτισης και οι ρόλοι που ο καθένας τους έχει «κληρονομήσει» από την πατρική του οικογένεια, η δυσκολία ουσιαστικής επικοινωνίας και επαφής (συναισθηματικής ή/και σεξουαλικής) εξαιτίας της προσωπικότητας, του τρόπου ανατροφής, παρελθοντικών τραυματικών εμπειριών και ανεκπλήρωτων συναισθηματικών αναγκών του παρελθόντος.
Η θεραπεία ζεύγους απευθύνεται στα ζευγάρια τα οποία αντιμετωπίζουν τέτοιες δυσκολίες και προκλήσεις στη συντροφική τους σχέση και έχουν αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά μεταξύ τους. Αυτά τα ζευγάρια μπορεί να είναι στην αρχή της σχέσης ή του έγγαμου βίου, οπότε και αναζητούν προληπτικά να χτίσουν μια πιο υγιή σχέση με πιο γερά θεμέλια για το μέλλον τους, αλλά και μετά από μακροχρόνια σχέση και πολλά χρόνια γάμου, οπότε και αναζητούν πιο λειτουργικές λύσεις βελτίωσης της συντροφικότητας και της συνύπαρξης μεταξύ τους. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που τα ζευγάρια επισκέπτονται τον ψυχολόγο για να κάνουν ένα πιο λειτουργικό και υγιές κλείσιμο της σχέσης/γάμου τους, έτσι ώστε ο καθένας να προχωρήσει και να διαμορφώσει μια καθημερινότητα πιο συμβατή με τις ανάγκες και τις προτεραιότητές του (συμβουλευτική διαζυγίου/κλεισίματος σχέσης).